Τι είναι το ΣΕΔΕ2; Πώς λειτουργεί

Το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ευρωπαϊκό ΣΕΔΕ) είναι ένα από τα εργαλεία που χρησιμοποιεί η ΕΕ για την επίτευξη των κλιματικών στόχων της, μειώνοντας τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα με οικονομικά αποδοτικό τρόπο. Το ΣΕΔΕ είναι μια ρυθμιστική αγορά, που σημαίνει ότι όχι μόνο λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς, αλλά έχει διαμορφωθεί από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής με σκοπό την καταπολέμηση της ρύπανσης από εκπομπές άνθρακα. Το Ευρωπαϊκό ΣΕΔΕ εφαρμόζει την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», σύμφωνα με την οποία το κόστος της ρύπανσης πρέπει να επιβαρύνει όσους την προκαλούν. Με την τιμολόγηση της ρύπανσης δημιουργείται ένα οικονομικό κίνητρο για να πείσει τους ρυπαίνοντες να ελαχιστοποιήσουν τον κλιματικό τους αντίκτυπό, ενώ παράλληλα μεταφέρεταιένα ισχυρό επενδυτικό μήνυμα στους συμμετέχοντες στην αγορά να δεσμευτούν για πιο οικολογικές επιλογές. Δημιουργείται μια νέα πηγή χρηματοδότησης για το κλίμα, καθώς όλα τα έσοδα του ΣΕΔΕ δαπανώνται για δράσεις υπέρ του κλίματος.

Το ΣΕΔΕ1 άρχισε να λειτουργεί το 2005 για να καλύψει τις εκπομπές από τη βαριά βιομηχανία, την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας και, πιο πρόσφατα, ένα περιορισμένο ποσό από τις διεθνείς αεροπορικές και θαλάσσιες μεταφορές. Η πρωτογενής νομοθεσία που καθορίζει τη διακυβέρνηση και τη λειτουργία του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών είναι η οδηγία ΣΕΔΕ της ΕΕ, η οποία αποσκοπεί στη δημιουργία μιας αγοράς άνθρακα που είναι «οικονομικά αποδοτική» και «επιστημονικά απαραίτητη για την αποφυγή επικίνδυνων κλιματικών αλλαγών».

Το ΣΕΔΕ έχει υποστεί πολλές αναθεωρήσεις κατά τη διάρκεια των ετών, με την τελευταία ενημέρωση να ολοκληρώνεται το 2023 ως μέρος του της δέσμης μέτρων «Fit for 55». Ως αποτέλεσμα αυτής της αναθεώρησης, προστέθηκαν επιλεγμένες εκπομπές από την αεροπορία και τη ναυτιλία (εντός της ΕΕ) και δημιουργήθηκε ένα εντελώς νέο σύστημα τιμολόγησης του άνθρακα (ΣΕΔΕ2).

Το ΣΕΔΕ2 θα τεθεί σε ισχύ το 2027 και θα εφαρμόζει μια τιμή για την περιεκτικότητα σε άνθρακα των καυσίμων που καίγονται σε κτίρια, όπως για τη θέρμανση και την ψύξη των σπιτιών μας, καθώς και για τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στα οδικά οχήματά μας. Το ΣΕΔΕ2 θα ισχύει επίσης για μικρές βιομηχανικές εγκαταστάσεις με θερμική ισχύ κάτω των 20 MW.

Οι λογαριασμοί ενέργειας αντανακλούν ήδη σε κάποιο βαθμό το κόστος του άνθρακα από τα ορυκτά καύσιμα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, λόγω της συμπερίληψης της ηλεκτρικής ενέργειας στο ΣΕΔΕ1. Ωστόσο, με την έλευση του ΣΕΔΕ2, η τιμολόγηση του άνθρακα θα γίνει πιο αισθητή στη ζωή των πολιτών, οι οποίοι θα πρέπει να πληρώσουν σημαντικά περισσότερα για τη ρύπανση που προκαλούν. Αν και ο προμηθευτής καυσίμων είναι αυτός που επηρεάζεται άμεσα από την τιμολόγηση του άνθρακα του ΣΕΔΕ2, οι πολίτες θα επωμιστούν το κόστος, το οποίο θα μετακυλιστεί σε υψηλότερες τιμές στα πρατήρια καυσίμων ή στους λογαριασμούς ενέργειας.

Δεδομένου ότι η τιμή του ΣΕΔΕ2 εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη, θα έχει δυσανάλογη επίδραση στους χαμηλότερους εισοδηματίες, οι οποίοι δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό των εισοδημάτων τους για ενέργεια. Επιπλέον, σε χώρες χωρίς υφιστάμενο φόρο άνθρακα, το ΣΕΔΕ2 θα οδηγήσει σε πιο αισθητή αύξηση των τιμών των καυσίμων, επομένως τα κράτη μέλη πρέπει να λάβουν υπόψη τις πιθανές κοινωνικές επιπτώσεις του ΣΕΔΕ2, ώστε να διασφαλίσουν ότι η πολιτική θα εφαρμοστεί όσο το δυνατόν πιο δίκαια, ώστε να μην μείνει κανείς πίσω.

Ο παρών οδηγός θα αναδείξει ότι, αν και το ΣΕΔΕ2 αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των προσπαθειών της ΕΕ για την απανθρακοποίηση, δεν αποτελεί πανάκεια και απαιτούνται επειγόντως πρόσθετα μέτρα και επενδύσεις τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε επίπεδο κρατών μελών της ΕΕ για την επίτευξη των απαραίτητων μειώσεων των εκπομπών. Κάθε πρόσθετο μέτρο για τη μείωση των εκπομπών από κτίρια και οδικές μεταφορές θα μειώσει την τιμή του ΣΕΔΕ2.

Κατεβάστε το κεφάλαιο

Γιατί δημιουργήθηκε το ΣΕΔΕ2;

1. Τιμολόγηση της ρύπανσης

Επί του παρόντος, το πραγματικό κόστος των ορυκτών καυσίμων για την κοινωνία μας, συμπεριλαμβανομένων των ασθενειών και των θανάτων που προκαλεί η ατμοσφαιρική ρύπανση ή του ανθρώπινου και οικονομικού κόστους των όλο και πιο συχνών φυσικών καταστροφών, δεν λαμβάνεται πλήρως υπόψη. Η τιμολόγηση των εκπομπών άνθρακα είναι ένα σημαντικό βήμα προς τον τερματισμό της εξάρτησης της Ευρώπης από εισαγόμενη και ευμετάβλητη τιμολογιακά ρυπογόνο ενέργεια. Τα ορυκτά καύσιμα θα γίνουν σταδιακά πιο ακριβά, καθώς το ΣΕΔΕ2 μειώνει το όριο των επιτρεπόμενων εκπομπών. Η τιμή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των καθαρών λύσεων, όπως οι αντλίες θερμότητας ή οι επιλογές μεταφοράς με μηδενικές εκπομπές, πρέπει να γίνει σχετικά πιο προσιτή, ώστε να δοθεί κίνητρο στους πολίτες να στραφούν σε επιλογές με χαμηλότερες εκπομπές. Ακόμη και πέρα από την τρέχουσα κρίση του κόστους διαβίωσης, πολλοί άνθρωποι δεν θα έχουν τα μέσα να συμμετάσχουν πλήρως στην ενεργειακή μετάβαση και πρέπει να λάβουν υποστήριξη για να μπορέσουν να το κάνουν.

2. Αντιμετώπιση της αργής μείωσης των εκπομπών στα κτίρια και τις οδικές μεταφορές

Οι εκπομπές CO2 από τις οδικές μεταφορές μειώνονται με αργούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια και αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μερίδιο των αερίων του θερμοκηπίου από τον τομέα των μεταφορών, με ποσοστό 73,2% το 2022, το οποίο παραμένει σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητο από το 1990. Ο αριθμός των αυτοκινήτων αυξάνεται σταθερά και η αύξηση της επιβατικής και εμπορευματικής δραστηριότητας συνεχίζει να οδηγεί σε αύξηση των εκπομπών, παρά τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των οχημάτων.

Οι εκπομπές CO2 στα κτίρια αντιπροσωπεύουν το 34% των εκπομπών της ΕΕ που σχετίζονται με την ενέργεια. Μεταξύ 2005 και 2022, οι εκπομπές μειώθηκαν κατά 34%, ενώ τα προκαταρκτικά στοιχεία για το 2023 δείχνουν μια περαιτέρω ελαφρά μείωση.
Ωστόσο, σε σύγκριση με τον στόχο της ΕΕ για μείωση κατά 92% έως το 2040, οι τρέχουσες πολιτικές προβλέπεται να επιτύχουν μείωση μόλις 53%, αφήνοντας ένα σημαντικό κενό που πρέπει να καλυφθεί.

Ο στόχος του ΣΕΔΕ2 είναι η μείωση κατά 42% των εκπομπών στα κτίρια και τις οδικές μεταφορές έως το 2030 σε σχέση με τα επίπεδα του 2005.

3. Παροχή ισχυρού κινήτρου για επενδύσεις

Με την επιβολή τιμής στο CO2, η δημιουργία του ΣΕΔΕ2 θα επηρεάσει θετικά την ανάπτυξη ενός ισχυρού και σαφούς επενδυτικού σήματος που θα αυξήσει την τιμή της ρύπανσης καθώς η αγορά ωριμάζει και διατίθενται λιγότερες άδειες ρύπανσης. Αυτό θα παρέχει στη βιομηχανία και στους πολίτες τις πληροφορίες που χρειάζονται για να επενδύσουν στη μείωση των εκπομπών τους σήμερα, ως μια λογική μακροπρόθεσμη και οικονομικά αποδοτική στρατηγική για το μέλλον. Αυτό το επενδυτικό μήνυμα πρέπει να συνοδεύεται από την κατάργηση όλων των επιδοτήσεων που διευκολύνουν τη συνεχή χρήση ορυκτών καυσίμων και να διασφαλίζει ότι το μήνυμα της τιμής παραμένει ισχυρό.

4. Αύξηση της πίεσης για ισχυρές συμπληρωματικές πολιτικές

Το ΣΕΔΕ2 μπορεί να είναι ένα σημαντικό κλιματικό εργαλείο, αλλά για να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητά του, πρέπει να συνδυαστεί με ισχυρές συμπληρωματικές πολιτικές για τη μείωση των εκπομπών. Η τιμολόγηση εκπομπών άνθρακα αυξάνει την πίεση στα κράτη μέλη να επενδύσουν στις συμπληρωματικές πολιτικές που είναι απαραίτητες για τη μείωση των εκπομπών. Οι πολιτικές που έχουν ήδη συμφωνηθεί, όπως η Ευρωπαϊκή Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων, τα Ελάχιστα Πρότυπα Ενεργειακής Απόδοσης, τα Πρότυπα CO2 και η Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση, δεν πρέπει να αποδυναμωθούν, καθώς η εφαρμογή τους είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχία του ΣΕΔΕ2. Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προχωρήσουν περαιτέρω επενδύοντας σε πρόσθετα μέτρα, όπως το πρασίνισμα των εταιρικών στόλων οχημάτων, η επιτάχυνση των προγραμμάτων ανακαίνισης κατοικιών και η ενθάρρυνση της μετατόπισης των μετακινήσεων από τη χρήση ιδιωτικών αυτοκινήτων σε άλλα μέσα.

5. Δημιουργία χρηματοδότησης για δράσεις κατά της κλιματικής αλλαγής

Το ΣΕΔΕ2 θα αποτελέσει σημαντική πηγή χρηματοδότησης για το κλίμα. Όλα τα έσοδα του ΣΕΔΕ2 επιστρέφονται στα κράτη μέλη για να δαπανηθούν σε δράσεις για το κλίμα ή σε κοινωνικά στοχευμένη στήριξη στο πλαίσιο του προγράμματος Κοινωνικού Ταμείου για το Κλίμα. Με τιμή 55 ευρώ ανά τόνο CO2, τα έσοδα αναμένεται να ξεπεράσουν τα 300 δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2032.

6. Απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα

Το ΣΕΔΕ2 θα ασκήσει σημαντική πίεση για τη μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, καθιστώντας τα πιο ακριβά, γεγονός που με τη σειρά του ενισχύει τα επιχειρήματα υπέρ των εγχώριων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της ενεργειακής απόδοσης και της ενεργειακής ασφάλειας. Οι πρόσφατες ενεργειακές κρίσεις έχουν δείξει ότι η εξάρτηση της Ευρώπης από τις ασταθείς αγορές ορυκτών καυσίμων έχει εκθέσει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις σε ξαφνικές διακυμάνσεις των τιμών. Η μείωση αυτής της εξάρτησης όχι μόνο σταθεροποιεί το κόστος, αλλά και ενισχύει την κυριαρχία και την ανθεκτικότητα της Ευρώπης απέναντι στους γεωπολιτικούς κινδύνους.

“Σύστημα Ανώτατου Ορίου και Εμπορίας” (‘Cap and trade’) και Δικαιώματα Εκπομπών της ΕΕ

Με την έναρξη του ΣΕΔΕ2 το 2027, το 75% των εκπομπών CO2 της ΕΕ θα υπόκειται στους κανόνες της αγοράς άνθρακα «cap and trade» – ‘σύστημα ανώτατου ορίου και εμπορίας’. Το σύστημα ανώτατου ορίου και εμπορίας λειτουργεί με την εφαρμογή ενός ορίου ή «ανώτατου ορίου» στο επίπεδο εκπομπών που μπορεί να εκπέμπεται εντός ενός δεδομένου έτους με βάση έναν συνολικό προϋπολογισμό άνθρακα.

Σε σχέση με το καθορισμένο ανώτατο όριο, ένας αριθμός δικαιωμάτων εκπομπών διατίθεται στις ρυθμιζόμενες οντότητες (προμηθευτές καυσίμων όπως η Shell και η Engie στο πλαίσιο του ΣΕΔΕ2) μέσω δημοπρασίας των δικαιωμάτων. Οι προμηθευτές καυσίμων πρέπει να αγοράσουν δικαιώματα για να καλύψουν τις εκπομπές των καυσίμων που πωλούν και μπορούν να αποθηκεύσουν ή να αποταμιεύσουν δικαιώματα για να τα χρησιμοποιήσουν από το ένα έτος στο άλλο. Την 1η Ιανουαρίου 2025, το ανώτατο όριο του ΣΕΔΕ2 ορίστηκε για το 2027 σε 1 036 288 784 δικαιώματα. Από το συνολικό ποσό των δικαιωμάτων που δημοπρατήθηκαν, 150 εκατομμύρια από αυτά διατίθενται στο Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα (ΚΤΚ) έως ένα μέγιστο ποσό €65 δισεκατομμυρίων έως το 2032, το οποίο είναι το ανώτατο συνολικό ποσό για την πολιτική αυτή. Επομένως, το συνολικό ποσό των δικαιωμάτων που δημοπρατήθηκαν για το ΚΤΚ δεν έχει καθοριστεί, αλλά περιορίζεται από την τιμή των δικαιωμάτων.

Ο αριθμός των Δικαιωμάτων Εκπομπών της ΕΕ που διατίθεται (EUA)– κάθε μεμονωμένη μονάδα αντιπροσωπεύει την τιμή ενός τόνου εκπομπών CO2– μειώνεται κάθε χρόνο σύμφωνα με τις προγραμματισμένες μειώσεις εκπομπών, πράγμα που σημαίνει ότι το επίπεδο ρύπανσης που επιτρέπεται από την αγορά μειώνεται κατά ένα καθορισμένο ποσό κάθε χρόνο. Τα δικαιώματα εκπομπών μπορούν να διαπραγματεύονται στην ανοικτή αγορά και είτε να χρησιμοποιούνται για την επίτευξη του στόχου του έτους, είτε να αποθηκεύονται για μελλοντική συμμόρφωση σε επόμενο έτος. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, προβλέπεται μείωση των εκπομπών στα κτίρια και τις οδικές μεταφορές κατά 42% έως το 2030 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2005, ενώ ο αριθμός των νέων δικαιωμάτων εκπομπών που θα εισέρχονται στην αγορά κάθε χρόνο προβλέπεται να φτάσει το μηδέν έως το 2044.

Η αρχική τιμή ανώτατου ορίου βασίζεται στον στόχο κατανομής των προσπαθειών για την ΕΕ για το έτος 2024 και στα επίπεδα εκπομπών που σημειώθηκαν στους τομείς του ΣΕΔΕ2 κατά την περίοδο 2016-2018. 50 εκατομμύρια δικαιώματα από το ΣΕΔΕ1 θα διατεθούν στο ΚΤΚ για τη χρηματοδότησή του κατά το πρώτο έτος πριν από την έναρξη του ΣΕΔΕ2, από το 2026 έως το 2027.

Σε αντίθεση με το ΣΕΔΕ1, δεν θα υπάρχει δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων εκπομπών στο πλαίσιο του ΣΕΔΕ2, πράγμα που σημαίνει ότι θα πραγματοποιείται πλήρης δημοπρασία δικαιωμάτων και ότι όλες οι εκπομπές από τους συμμετέχοντες στην αγορά θα πρέπει να πληρώνονται.

Ο Γραμμικός Συντελεστής Μείωσης (ΓΣΜ)

Το ανώτατο όριο εκπομπών μειώνεται κάθε χρόνο κατά ένα σταθερό ποσό, το οποίο βασίζεται στον λεγόμενο γραμμικό συντελεστή μείωσης (ΓΣΜ). Ο ΓΣΜ εκφράζεται ως ποσοστό του συνολικού ανώτατου ορίου κατά το έτος βάσης.

Υπάρχει άμεση συσχέτιση μεταξύ του ΓΣΜ και του επιπέδου των κλιματικών στόχων, καθώς ένας υψηλότερος ΓΣΜ θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη μείωση του αριθμού των δικαιωμάτων εκπομπών που εκδίδονται κάθε χρόνο, με τελικό αποτέλεσμα τη μείωση των εκπομπών CO2.

Ο ΓΣΜ ορίζεται αρχικά στο 5,1% του ανώτατου ορίου του 2024 για το 2027 και, όταν διατίθενται επαληθευμένα δεδομένα εκπομπών, το ανώτατο όριο υπολογίζεται εκ νέου για το 2028 με βάση τα μέσα δεδομένα εκπομπών για την περίοδο 2024-2026, με τον ΓΣΜ να ορίζεται στο 5,38% και άνω. Ο ΓΣΜ στο ΣΕΔΕ2 υποδηλώνει ότι οι εκπομπές στους καλυπτόμενους τομείς θα πρέπει να μειωθούν πέντε φορές πιο γρήγορα από ό,τι μειώθηκαν οι εκπομπές μεταξύ 2005 και 2021, δηλαδή μείωση 62 Mt CO2 σε σύγκριση με 11 Mt CO2.

Το Αποθεματικό Σταθερότητας της Αγοράς (ΑΣΑ)

Το ΣΕΔΕ1 αντιμετώπισε πρόβλημα υπερπροσφοράς δικαιωμάτων εκπομπών (EUA) λόγω των διεθνών πιστώσεων άνθρακα και της οικονομικής ύφεσης, πράγμα που σημαίνει ότι η προσφορά δικαιωμάτων εκπομπών υπερέβαινε σταθερά τη ζήτηση, με αποτέλεσμα οι τιμές να είναι πολύ χαμηλές για να προωθήσουν την απανθρακοποίηση, φτάνοντας σε χαμηλά επίπεδα κάτω από 5 ευρώ ανά τόνο CO2. Ως αποτέλεσμα, εισήχθη το Αποθεματικό Σταθερότητας της Αγοράς ή ΑΣΑ. Το ΑΣΑ λειτουργεί αφαιρώντας ή προσθέτοντας δικαιώματα στην αγορά όταν επιτυγχάνονται ορισμένα όρια δικαιωμάτων στην αγορά.

Ως εκ τούτου, το MSR διατηρεί αποτελεσματικά το επίπεδο των EUA στην αγορά μεταξύ των ποσοτήτων που θεωρούνται ευνοϊκές για την αγορά ΣΕΔΕ1 ώστε να προωθηθεί η απανθρακοποίηση.

Αν και υπάρχει αποθεματικό σταθερότητας της αγοράς στο ΣΕΔΕ1, αυτό είναι εντελώς ξεχωριστό από το ΑΣΑ στο ΣΕΔΕ2 ή το «ΑΣΑ2». Με την έναρξη του ΣΕΔΕ2 το 2027, το ΑΣΑ2 θα παρέχει στην αγορά 600 εκατομμύρια δικαιώματα εκπομπών. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι αυτά τα δικαιώματα προστέθηκαν επιπλέον του ανώτατου ορίου εκπομπών του ΣΕΔΕ2, το οποίο ανέρχεται σε 1 036 288 784 δικαιώματα. Επομένως, όσο περισσότερα δικαιωμάτων εκπομπών εισρέουν από το ΑΣΑ2 στην αγορά, τόσο περισσότερο θα υπερβαίνεται ο προϋπολογισμός άνθρακα για τους τομείς του ΣΕΔΕ2 . Η νομοθεσία ορίζει ότι τα δικαιώματα εκπομπών του ΑΣΑ ισχύουν μέχρι το τέλος του 2030, οπότε θα διαγραφούν αυτόματα, μια διάταξη που συχνά αναφέρεται ως «ρήτρα λήξης». Πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα για την καταπολέμηση της υπερπροσφοράς τα επόμενα χρόνια σε σενάρια υψηλών εκπομπών.

Το ΑΣΑ λειτουργεί ανταποκρινόμενο στις μεταβολές της υπερπροσφοράς ή της υποπροσφοράς δικαιωμάτων στην αγορά. Πιο συγκεκριμένα:

  • Εάν, σε ένα δεδομένο έτος, η υπερπροσφορά υπερβαίνει τα 440 εκατομμύρια δικαιώματα εκπομπών στην αγορά, το ΑΣΑ2 θα παρακρατήσει 100 εκατομμύρια δικαιώματα από την αγορά. Αυτά στη συνέχεια τοποθετούνται στο ΑΣΑ2 για μια περίοδο 12 μηνών που αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου του επόμενου έτους.

  • Εάν στην αγορά υπάρχουν λιγότερα από 210 εκατομμύρια δικαιώματα εκπομπών , τότε 100 εκατομμύρια επιπλέον δικαιώματα από το ΑΣΑ2 θα εισέλθουν στην αγορά, ή όλα τα διαθέσιμα δικαιώματα εάν το ΑΣΑ2 διαθέτει λιγότερα από 100 εκατομμύρια δικαιώματα.

Υποχρεώσεις για τις ρυθμιζόμενες οντότητες

Όπως και στο ΣΕΔΕ1, οι ρυθμιζόμενες οντότητες στο ΣΕΔΕ2 πρέπει να ακολουθούν έναν ετήσιο κύκλο συμμόρφωσης. Από την 1η Ιανουαρίου 2025, όλες οι ρυθμιζόμενες οντότητες υποχρεούνται να διαθέτουν άδεια εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, καθώς και εγκεκριμένο σχέδιο παρακολούθησης για τον τρόπο με τον οποίο θα παρακολουθούν και θα αναφέρουν τις εκπομπές τους σε ετήσια βάση.

Οι αιτήσεις για άδεια πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τη φύση της επιχείρησης, τους τύπους καυσίμων που διατίθενται για κατανάλωση, τις τελικές χρήσεις τους και ένα σχέδιο παρακολούθησης που περιγράφει τον τρόπο παρακολούθησης και αναφοράς των εκπομπών. Κάθε χρόνο, έως τις 30 Απριλίου, οι ρυθμιζόμενες οντότητες πρέπει να υποβάλλουν έκθεση εκπομπών για να λογοδοτήσουν για τις εκπομπές τους κατά το προηγούμενο έτος. Από το 2026, τα δεδομένα αυτά θα ελέγχονται από διαπιστευμένο ελεγκτή. Η απαίτηση αυτή θεσπίζεται με τον Κανονισμό για τη Διαπίστευση των ελεγκτών και την Επαλήθευση των δεδομένων , ο οποίος εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2025. Ο Κανονισμός ορίζει τα πρότυπα και τις διαδικασίες για την διαπίστευση των ελεγκτών, το πεδίο εφαρμογής και το βάθος των δραστηριοτήτων επαλήθευσης, καθώς και τις ελάχιστες απαιτήσεις επάρκειας για τους φορείς επαλήθευσης. Ο ρόλος του ελεγκτή είναι να διασφαλίζει ότι τα υποβαλλόμενα δεδομένα εκπομπών είναι αξιόπιστα, έγκυρα και πλήρως συμμορφωμένα με το ισχύον σχέδιο παρακολούθησης και τους κανονισμούς. Από το 2028 και μετά, η υποβολή εκθέσεων για τις ετήσιες επαληθευμένες εκπομπές πρέπει να συνοδεύεται από την παράδοση ισοδύναμου αριθμού δικαιωμάτων έως τις 31 Μαΐου του ίδιου έτους.

Οι κανόνες που σχετίζονται με τον κύκλο συμμόρφωσης του ΣΕΔΕ καθορίζονται σε δύο κανονισμούς:

1. Κανονισμός Παρακολούθησης και Αναφοράς

Οι εκθέσεις εκπομπών πρέπει να συμμορφώνονται με τον Κανονισμό, ο οποίος καθορίζει λεπτομερείς τεχνικούς κανόνες σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού, τεκμηρίωσης και υποβολής των εκπομπών. Ο Κανονισμός αποσκοπεί στη διασφάλιση της συνέπειας, της διαφάνειας και της ακρίβειας σε όλες τις ρυθμιζόμενες οντότητες και τα κράτη μέλη. Επιτρέπει επίσης τη χρήση τυποποιημένων μεθοδολογιών, προεπιλεγμένων τιμών και συντελεστών εκπομπών για την απλούστευση και την εναρμόνιση των υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων.

2. Κανονισμός για την Διαπίστευσηιστοποίηση και την Επαλήθευση

Οι προμηθευτές καυσίμων ή οι ρυθμιζόμενες οντότητες, όπως η Shell ή η Total Energies, θα πρέπει να αγοράζουν δικαιώματα εκπομπών (EUA), με κάθε μονάδα να αντιπροσωπεύει έναν τόνο CO2.. Οι προμηθευτές καυσίμων θα μετακυλήσουν πιθανώς αυτό το πρόσθετο κόστος στους καταναλωτές με τη μορφή αυξημένων λογαριασμών ενέργειας και τιμών στα πρατήρια καυσίμων. Οι προμηθευτές καυσίμων υποχρεούνται να υποβάλλουν έκθεση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάθε χρόνο έως τις 30 Απριλίου, προκειμένου να αποδείξουν ότι μόνο η τιμή του ΣΕΔΕ2 έχει μετακυλιστεί στους καταναλωτές και ότι δεν έχουν πραγματοποιηθεί έκτακτα κέρδη.

Το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα και οι ευρύτερες ροές εσόδων του ΣΕΔΕ2 προς τα κράτη μέλη εξαρτώνται άμεσα από την αποτελεσματική λειτουργία και εφαρμογή του ΣΕΔΕ2, καθώς τα έσοδά του εξαρτώνται από τη δημοπρασία δικαιωμάτων εκπομπών στο πλαίσιο αυτού του συστήματος. Οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εθνική μεταφορά ή στην προετοιμασία για τη συμμόρφωση ενέχει τον κίνδυνο να υπονομεύσει τόσο τη χρηματοδότηση της κλιματικής και κοινωνικής πολιτικής όσο και την ικανότητα των επιχειρήσεων και των καταναλωτών να προσαρμοστούν στο νέο πλαίσιο.

Πόσα γνωρίζεις για το ΣΕΔΕ2;